αναζωογονούμαι


αναζωογονούμαι
αναζωογονούμαι, αναζωογονήθηκα, αναζωογονημένος βλ. πίν. 74
——————
Σημειώσεις:
αναζωογονούμαι : στον απλό προφορικό λόγο συνηθίζεται και η κλίση του ρ. σε -ιέμαι, κυρίως στον παρατατικό (αναζωογονιόμουνα), κατά το αγαπιέμαι (βλ. πίν. 59 ).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αέρας — Όρος με πολλές ερμηνείες και χρήσεις. Ο άνεμος που δεν είναι πολύ δυνατός. Τo κλίμα ενός τόπου και μεταφορικά το ψυχολογικό κλίμα. Η εξωτερική εμφάνιση, το ύφος, το παρουσιαστικό. Η τόλμη, η αλαζονεία, η αυθάδεια. Έκφραση της ψυχικής διάθεσης. Η… …   Dictionary of Greek

  • αλλάζω — (Α ἀλλάσσω, αττ. ἀλλάττω και διαλεκτικά ἀλλάζω) Ι. (μτβ.) 1. κάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι ήταν μέχρι τώρα, μεταβάλλω, αλλοιώνω, διαφοροποιώ 2. (αρχ. και μεσ.) δίνω ή παίρνω κάτι με αντάλλαγμα, ανταλλάσσω, κάνω ανταλλαγή 3. αντικαθιστώ,… …   Dictionary of Greek

  • αναβλέπω — (Α ἀναβλέπω) 1. στρέφω το βλέμμα μου προς τα επάνω, κοιτάζω επάνω, 2. ανακτώ την όραση μου αρχ. ακμάζω πάλι, ξαναγεννιέμαι, αναζωογονούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + βλέπω. ΠΑΡ. ανάβλεμμα, ανάβλεψις] …   Dictionary of Greek

  • αναβλαστάνω — (Α ἀναβλαστάνω) βλαστάνω εκ νέου, ξαναφυτρώνω νεοελλ. απλώς βλαστάνω, φυτρώνω αρχ. 1. αναζωογονούμαι, ξανανιώνω 2. (για πόλεις) ξαναβρίσκω την παλαιά μου ακμή και δόξα 3. παρουσιάζομαι, φανερώνομαι, ξεφυτρώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + βλαστάνω. ΠΑΡ …   Dictionary of Greek

  • αναγεννώ — ( άω) (Α ἀναγεννῶ) 1. ενεργ. ξαναγεννώ, ξαναδημιουργώ, παράγω εκ νέου 2. μεσ. αναζωογονούμαι, ανακτώ τις δυνάμεις μου (Εκκλ.) αλλάζω τρόπο ζωής εφαρμόζοντας τη χριστιανική διδασκαλία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + γεννῶ. ΠΑΡ. αναγέννησις αρχ. μσν.… …   Dictionary of Greek

  • αναζώ — ( έω) (ΑΜ ἀναζῶ, άω και ώω) επανέρχομαι στη ζωή, αναβιώνω, ξαναζώ νεοελλ. 1. ανακτώ δυνάμεις, αναζωογονούμαι 2. εμφανίζω σημεία ζωής λέγεται για το έμβρυο που σκιρτά για πρώτη φορά μέσα στη μήτρα 3. επαναφέρω κάποιον στη ζωή 4. παρέχω σε κάποιον… …   Dictionary of Greek

  • αναθάλλω — (Α ἀναθάλλω) (για φυτά) θάλλω εκ νέου, ξαναβλαστάνω νεοελλ. 1. αναζωογονούμαι, ξανανιώνω 2. αισθάνομαι χαρά, χαίρομαι αρχ. κάνω κάποιον ή κάτι να αναζωογονηθεί, να ακμάσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + θάλλω] …   Dictionary of Greek

  • ανακαρώνω — [ανάκαρο Ι] 1. αναλαμβάνω, αποκτώ δυνάμεις, αναζωογονούμαι, συνέρχομαι 2. δείχνομαι τολμηρός σε κάποιον, κάνω τον παλικαρά 3. αυξάνομαι, αναπτύσσομαι …   Dictionary of Greek

  • αναλάμπω — (Α ἀναλάμπω) εκπέμπω λάμψη ή φλόγα, ακτινοβολώ, λάμπω νεοελλ. ανακτώ την προηγούμενη αίγλη μου, ακμάζω εκ νέου αρχ. 1. αναφλέγομαι, παίρνω φωτιά, ανάβω 2. (για πόλεμο) ξεσπώ και πάλι 3. (για πρόσωπα) συνέρχομαι, αναζωογονούμαι 4. κάνω κάτι να… …   Dictionary of Greek

  • ανανήχομαι — ἀνανήχομαι (Α) 1. επιπλέω, κολυμπώ, ανέρχομαι στην επιφάνεια υγρού 2. ανακτώ την υγεία μου, αναρρώνω, αναζωογονούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + νήχομαι «πλέω, κολυμπώ»] …   Dictionary of Greek